Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

images night drive
cinemagraph sea skyfall

ΚΑΒΑΦΗΣ. ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΚΗΠΟΝ

Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.


ΚΑΒΑΦΗΣ
Ενδύματα
Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.
      Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.
      Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.
      Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.
      Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.
      Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

ΚΑΒΑΦΗΣ " ΕΝΔΥΜΑΤΑ"


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Επιτέλους


Βλέπω πρόσωπα, αναγνωρίζω λέξεις, εκφράσεις, ρυτίδες στο πρόσωπο, πάνω από τα φρύδια, ανάμεσα στη μύτη, στην άκρη των χειλιών ειρωνεία.
Χαράζω μια γραμμή συντονισμένη σε δυο κόσμους,
έναν που γυρίζει γύρω από  εαυτόν αγνοώντας μια τόσο δα μικρή λεξούλα ''Αγάπη"
και έναν άλλον που ακόμα και το ουράνιο τόξο χάνει τους χρωματισμούς του αντικρίζοντάς τον.



Λαθεύεις, φωνάζουν οι  αυτοαποκαλούμενοι τιμωροί,
χαράζεις λέξεις- γραμμές ασυντόνιστη...



Έβγαλα το καπέλο, απελευθέρωσα τα αυτιά...Επιτέλους...Στέλλα Μαντωνανάκη
Η Γιαγιά της έλεγε ότι τα παραμύθια είναι για λίγους.


Σε ένα  μυροβόλο νησί γεννήθηκε η Μαρία ένα όμορφο κορίτσι με ροδαλά μάγουλα και εκφραστικά μάτια, οι μοίρες-υφάντρες που ορίζουν τις ζωές όρισαν και τη δική της ...
Έγειραν στην κούνια της, είδαν το παιδικό χαμόγελο να φέγγει και άρχισαν να ράβουν  και να μπαλώνουν, με τα μαγικά ραβδιά τους την πασπάλισαν με χρυσόσκονη και πλάι της άφησαν ένα ροδάνι για να καθορίσει τη ζωή της. Η Κλωθώ την ύφανε, η Λάχεσης την καθόρισε
και η Άτροπος, αν και αδίστακτη, τη φύσηξε απαλά χαρίζοντας της ζωντάνια.
Κοίταξαν και χαμογέλασαν όταν μια τούφα μαλλιά  απαλά σαν αφρός ξέφυγαν, θέλησαν να τα τιθασεύσουν και  τα έδεσαν με μια χρυσή κορδέλα.
Η Διαμάντα έζησε μια ζωή σαν "παραμύθι", τα είχε όλα, πρίγκιπες, δράκους, μαγεία και πόνο.
Tα μαλλιά πάντα ατίθασα, καμιά χρυσή κορδέλα δεν κατάφερε να τα φυλακίσει,
ξέπλεκα ανέμιζαν ελεύθερα όπως το μυαλό της.
Οι μοίρες έκαναν το κουμάντο τους μα και αυτή το δικό της .
Έζησε και ζει πλάθοντας κόσμους, δημιουργεί και ανασαίνει, ανασαίνει και δημιουργεί…ζωγραφίζοντας.
Η αγαπημένη  μελίστακτη σοφή γιαγιά με τα αεικίνητα μάτια της έλεγε:
-Μαρία μου αγαπάς τη ζωή, αγαπάς τον άνθρωπο, την τέχνη, το μυαλό σου θα μείνει ελεύθερο, παραγωγικό...
Χρυσοκόκκινο ψαράκι μου δε σε χωράει η γυάλα γιατί το μυαλό σου δε φυλακίζεται…
Αφιερωμένο στη Μαρία
Στέλλα Μαντωνανάκη

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΣΦΥΡΗΛΆΤΗΣΑ 

Ένα γράμμα σφυρηλάτησα και από τότε σφυρηλατώ λέξεις
που γίνονται προτάσεις και καταλήγουν σε ποίημα...
Τελικά η ποίηση είναι ανέγγιχτη;
Αναμφισβήτητα είναι προσιτή όσο ο ποιητής δεν αποξενώνεται
από το πάθος της δημιουργίας
και δεν αποξενώνεται όσο αγαπά τη ζωή,
τον έρωτα
και αυτό το ανθόσπαρτο πράσινο της γης-ελπίδας…

Τι είναι τελικά η ποίηση;
Άχρωμη;
Άγαλμα σκαλισμένο πάνω σε ομίχλη;
Χρώμα στην μέση του χειμώνα;
Φως; Σκιά;

Η ποίηση ξεπερνά το μπόι του ανθρώπου...
και είναι πάνω από όλα αυτά…
Μια αλυσίδα σφυρηλάτησα για να κρεμάσω τις λέξεις μου στο λαιμό..
μήπως και αποξεχαστώ… έστω και μια μέρα…
Στέλλα Μαντωνανάκη